Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Satire

/sætaɪər/

noun

1. Witty language used to convey insults or scorn

  • "He used sarcasm to upset his opponent"
  • "Irony is wasted on the stupid"
  • "Satire is a sort of glass, wherein beholders do generally discover everybody's face but their own"--jonathan swift
    synonym:
  • sarcasm
  • ,
  • irony
  • ,
  • satire
  • ,
  • caustic remark

1. Πνευματική γλώσσα που χρησιμοποιείται για να μεταφέρει προσβολές ή περιφρόνηση

  • "Χρησιμοποίησε σαρκασμό για να ταράξει τον αντίπαλό του"
  • "Η ειρωνεία σπαταλιέται στον ηλίθιο"
  • "Το σάτιρ είναι ένα είδος γυαλιού, όπου οι υποδοχείς γενικά ανακαλύπτουν το πρόσωπο όλων εκτός από το δικό τους"-τζόναθαν σουίφτ
συνώνυμο:
  • σαρκασμός,
  • ειρωνεία,
  • σάτιρα,
  • καυστική παρατήρηση