Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Satanist

/setənɪst/

noun

1. An adherent of satan or satanism

    synonym:
  • Satanist
  • ,
  • diabolist

1. Οπαδός του σατανισμού ή του σατανισμού

συνώνυμο:
  • Σατανιστήσ,
  • διαβολιστήσ