Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Sat

/sæt/

noun

1. The seventh and last day of the week

  • Observed as the sabbath by jews and some christians
    synonym:
  • Saturday
  • ,
  • Sabbatum
  • ,
  • Sat

1. Την έβδομη και τελευταία ημέρα της εβδομάδας

  • Παρατηρείται ως σάββατο από εβραίους και μερικούς χριστιανούς
συνώνυμο:
  • Σάββατο,
  • Σαββάτο,
  • Σάββατο

Examples of using

You sat there and watched me being beaten to a pulp.
Κάθισες εκεί και με είδες να χτυπιέμαι σε έναν πολτό.
Tom sat in the third row.
Ο Τομ κάθισε στην τρίτη σειρά.
She sat down next to him and listened quietly.
Κάθισε δίπλα του και άκουσε ήσυχα.