Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "saloon" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "σαλόνι" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Saloon

[Σαλόνι]
/səlun/

noun

1. A room or establishment where alcoholic drinks are served over a counter

  • "He drowned his sorrows in whiskey at the bar"
    synonym:
  • barroom
  • ,
  • bar
  • ,
  • saloon
  • ,
  • ginmill
  • ,
  • taproom

1. Ένα δωμάτιο ή ένα ίδρυμα όπου τα αλκοολούχα ποτά σερβίρονται πάνω από έναν πάγκο

  • "Έπνιξε τις θλίψεις του στο ουίσκι στο μπαρ"
συνώνυμο:
  • βαρωματίδα,
  • μπαρ,
  • σαλόνι,
  • τζινμίλ,
  • ταπετσαρία

2. Tavern consisting of a building with a bar and public rooms

  • Often provides light meals
    synonym:
  • public house
  • ,
  • pub
  • ,
  • saloon
  • ,
  • pothouse
  • ,
  • gin mill
  • ,
  • taphouse

2. Ταβέρνα που αποτελείται από ένα κτίριο με μπαρ και δημόσια δωμάτια

  • Συχνά παρέχει ελαφριά γεύματα
συνώνυμο:
  • δημόσιο σπίτι,
  • παμπ,
  • σαλόνι,
  • ποθόη,
  • τζιν μύλος,
  • ταπετσαρία

3. A car that is closed and that has front and rear seats and two or four doors

    synonym:
  • sedan
  • ,
  • saloon

3. Ένα αυτοκίνητο που είναι κλειστό και έχει εμπρός και πίσω καθίσματα και δύο ή τέσσερις πόρτες

συνώνυμο:
  • σεντάν,
  • σαλόνι