Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Saliva

/səlaɪvə/

noun

1. A clear liquid secreted into the mouth by the salivary glands and mucous glands of the mouth

  • Moistens the mouth and starts the digestion of starches
    synonym:
  • saliva
  • ,
  • spit
  • ,
  • spittle

1. Ένα διαυγές υγρό που εκκρίνεται στο στόμα από τους σιελογόνους αδένες και τους βλεννογόνους του στόματος

  • Υγραίνει το στόμα και ξεκινά την πέψη των αμύλων
συνώνυμο:
  • σάλιο,
  • σούβλα,
  • πεταλίδα