Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Rote

/roʊt/

noun

1. Memorization by repetition

    synonym:
  • rote
  • ,
  • rote learning

1. Απομνημόνευση με επανάληψη

συνώνυμο:
  • ρότε,
  • ροτ μάθηση