Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Roe

/roʊ/

noun

1. Fish eggs or egg-filled ovary

  • Having a grainy texture
    synonym:
  • roe
  • ,
  • hard roe

1. Αυγά ψαριών ή ωοθήκη γεμάτη με αυγά

  • Έχοντας μια κοκκώδη υφή
συνώνυμο:
  • ρόε,
  • σκληρή βροχή

2. Eggs of female fish

    synonym:
  • roe

2. Αυγά θηλυκών ψαριών

συνώνυμο:
  • ρόε

3. The egg mass or spawn of certain crustaceans such as the lobster

    synonym:
  • roe

3. Η μάζα των αυγών ή η αναπαραγωγή ορισμένων καρκινοειδών όπως ο αστακός

συνώνυμο:
  • ρόε

4. The eggs or egg-laden ovary of a fish

    synonym:
  • roe

4. Τα αυγά ή οι ωοθήκες φορτίου αυγού ενός ψαριού

συνώνυμο:
  • ρόε