Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ripening

/raɪpənɪŋ/

noun

1. Coming to full development

  • Becoming mature
    synonym:
  • maturation
  • ,
  • ripening
  • ,
  • maturement

1. Πλήρης ανάπτυξη

  • Γίνεται ώριμος
συνώνυμο:
  • ωρίμανση,
  • ωρίμανση,
  • ωρίμανση

2. Acquiring desirable qualities by being left undisturbed for some time

    synonym:
  • ripening
  • ,
  • aging
  • ,
  • ageing

2. Αποκτώντας επιθυμητές ιδιότητες με το να μείνει ανενόχλητος για κάποιο χρονικό διάστημα

συνώνυμο:
  • ωρίμανση,
  • γήρανση,
  • γήρανση