Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Rioting

/raɪətɪŋ/

noun

1. A state of disorder involving group violence

    synonym:
  • rioting
  • ,
  • riot

1. Μια κατάσταση διαταραχής που περιλαμβάνει ομαδική βία

συνώνυμο:
  • ταραχές,
  • ταραχή