Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Rhinoceros

/raɪnɑsərəs/

noun

1. Massive powerful herbivorous odd-toed ungulate of southeast asia and africa having very thick skin and one or two horns on the snout

    synonym:
  • rhinoceros
  • ,
  • rhino

1. Τεράστιο ισχυρό φυτοφάγο παράξενο περίεργο γενετήσι της νοτιοανατολικής ασίας και της αφρικής με πολύ παχύ δέρμα και ένα ή δύο κέρατα στο ρύγχος

συνώνυμο:
  • ρινόκερος,
  • ρινόκερος