Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Rhetoric

/rɛtərɪk/

noun

1. Using language effectively to please or persuade

    synonym:
  • rhetoric

1. Χρησιμοποιώντας τη γλώσσα αποτελεσματικά για να ευχαριστήσει ή να πείσει

συνώνυμο:
  • ρητορική

2. High-flown style

  • Excessive use of verbal ornamentation
  • "The grandiosity of his prose"
  • "An excessive ornateness of language"
    synonym:
  • grandiosity
  • ,
  • magniloquence
  • ,
  • ornateness
  • ,
  • grandiloquence
  • ,
  • rhetoric

2. Υψηλό στυλ

  • Υπερβολική χρήση λεκτικής διακόσμησης
  • "Η μεγαλοπρέπεια της πεζογραφίας του"
  • "Υπερβολική γλώσσα"
συνώνυμο:
  • μεγαλοπρέπεια,
  • μεγαλοπρέπεια,
  • περιποίηση,
  • μεγαλοπρέπεια,
  • ρητορική

3. Loud and confused and empty talk

  • "Mere rhetoric"
    synonym:
  • palaver
  • ,
  • hot air
  • ,
  • empty words
  • ,
  • empty talk
  • ,
  • rhetoric

3. Δυνατή και μπερδεμένη και άδεια ομιλία

  • "Αλλη ρητορική"
συνώνυμο:
  • παλάτι,
  • ζεστός αέρας,
  • άδειες λέξεις,
  • άδεια ομιλία,
  • ρητορική

4. Study of the technique and rules for using language effectively (especially in public speaking)

    synonym:
  • rhetoric

4. Μελέτη της τεχνικής και των κανόνων για την αποτελεσματική χρήση της γλώσσας (ειδικά στη δημόσια ομιλία)

συνώνυμο:
  • ρητορική

Examples of using

This argument is nothing more than rhetoric.
Αυτό το επιχείρημα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ρητορική.
This argument is pure rhetoric.
Αυτό το επιχείρημα είναι καθαρή ρητορική.
Their pseudo-scientific rhetoric serves as justification for America's imperialist foreign policy.
Η ψευδοεπιστημονική ρητορική τους χρησιμεύει ως δικαιολογία για την ιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική της Αμερικής.