Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Rewarding

/rɪwɔrdɪŋ/

adjective

1. Providing personal satisfaction

  • "A rewarding career as a paramedic"
    synonym:
  • rewarding

1. Παροχή προσωπικής ικανοποίησης

  • "Μια καριέρα ως παραϊατρικός"
συνώνυμο:
  • ανταπόδοση