Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Restriction

/ristrɪkʃən/

noun

1. A principle that limits the extent of something

  • "I am willing to accept certain restrictions on my movements"
    synonym:
  • restriction
  • ,
  • limitation

1. Μια αρχή που περιορίζει την έκταση του κάτι

  • "Είμαι πρόθυμος να δεχτώ ορισμένους περιορισμούς στις κινήσεις μου"
συνώνυμο:
  • περιορισμός,
  • περιορισμός

2. An act of limiting or restricting (as by regulation)

    synonym:
  • limitation
  • ,
  • restriction

2. Μια πράξη περιορισμού ή περιορισμού (α με ρύθμιση)

συνώνυμο:
  • περιορισμός,
  • περιορισμός

3. The act of keeping something within specified bounds (by force if necessary)

  • "The restriction of the infection to a focal area"
    synonym:
  • restriction
  • ,
  • confinement

3. Η πράξη της διατήρησης κάτι μέσα σε συγκεκριμένα όρια (μπι δύναμη, αν είναι απαραίτητο)

  • "Ο περιορισμός της λοίμωξης σε μια εστιακή περιοχή"
συνώνυμο:
  • περιορισμός,
  • περιορισμός

Examples of using

They decided to abolish the old restriction.
Αποφάσισαν να καταργήσουν τον παλιό περιορισμό.