Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Restart

/ristɑrt/

verb

1. Start an engine again, for example

    synonym:
  • restart
  • ,
  • re-start

1. Ξεκινήστε πάλι έναν κινητήρα, για παράδειγμα

συνώνυμο:
  • επανεκκίνηση,
  • επανεκκίνηση

2. Take up or begin anew

  • "We resumed the negotiations"
    synonym:
  • resume
  • ,
  • restart
  • ,
  • re-start

2. Αναλάβετε ή ξεκινήστε εκ νέου

  • "Επαναλάβαμε τις διαπραγματεύσεις"
συνώνυμο:
  • επαναλαμβάνω,
  • επανεκκίνηση,
  • επανεκκίνηση

Examples of using

Your computer will restart several times during installation.
Ο υπολογιστής σας θα επανεκκινήσει αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης.