Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Resourceful

/risɔrsfəl/

adjective

1. Having inner resources

  • Adroit or imaginative
  • "Someone who is resourceful is capable of dealing with difficult situations"
  • "An able and resourceful politician"
  • "The most resourceful cook in town"
    synonym:
  • resourceful

1. Εσωτερικοί πόροι

  • Επιδέξιος ή ευφάνταστος
  • "Κάποιος που είναι επινοητικός είναι ικανός να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις"
  • "Ένας ικανός και επινοητικός πολιτικός"
  • "Ο πιο επινοητικός μάγειρας στην πόλη"
συνώνυμο:
  • επινοητικόσ

Examples of using

He's clever and resourceful.
Είναι έξυπνος και επινοητικός.