Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Resistance

/rɪzɪstəns/

noun

1. The action of opposing something that you disapprove or disagree with

  • "He encountered a general feeling of resistance from many citizens"
  • "Despite opposition from the newspapers he went ahead"
    synonym:
  • resistance
  • ,
  • opposition

1. Η πράξη της αντίθεσης σε κάτι με το οποίο απορρίπτετε ή διαφωνείτε

  • "Συνάντησε ένα γενικό αίσθημα αντίστασης από πολλούς πολίτες"
  • "Παρά τις εφημερίδες που πέρασε"
συνώνυμο:
  • αντίσταση,
  • αντιπολίτευση

2. Any mechanical force that tends to retard or oppose motion

    synonym:
  • resistance

2. Κάθε μηχανική δύναμη που τείνει να επιβραδύνει ή να αντιταχθεί στην κίνηση

συνώνυμο:
  • αντίσταση

3. A material's opposition to the flow of electric current

  • Measured in ohms
    synonym:
  • electric resistance
  • ,
  • electrical resistance
  • ,
  • impedance
  • ,
  • resistance
  • ,
  • resistivity
  • ,
  • ohmic resistance

3. Η αντίθεση ενός υλικού στη ροή του ηλεκτρικού ρεύματος

  • Μετριέται σε ωμ
συνώνυμο:
  • ηλεκτρική αντίσταση,
  • ηλεκτρική αντίσταση,
  • αντίσταση,
  • αντίσταση,
  • αντίσταση,
  • ωμική αντίσταση

4. The military action of resisting the enemy's advance

  • "The enemy offered little resistance"
    synonym:
  • resistance

4. Η στρατιωτική δράση της αντίστασης στην πρόοδο του εχθρού

  • "Ο εχθρός προσέφερε μικρή αντίσταση"
συνώνυμο:
  • αντίσταση

5. (medicine) the condition in which an organism can resist disease

    synonym:
  • immunity
  • ,
  • resistance

5. (φάρμακο) η κατάσταση στην οποία ένας οργανισμός μπορεί να αντισταθεί σε ασθένειες

συνώνυμο:
  • ασυλία,
  • αντίσταση

6. The capacity of an organism to defend itself against harmful environmental agents

  • "These trees are widely planted because of their resistance to salt and smog"
    synonym:
  • resistance

6. Η ικανότητα ενός οργανισμού να υπερασπίζεται τον εαυτό του από επιβλαβείς περιβαλλοντικούς παράγοντες

  • "Αυτά τα δέντρα φυτεύονται ευρέως λόγω της αντοχής τους στο αλάτι και το νέφος"
συνώνυμο:
  • αντίσταση

7. A secret group organized to overthrow a government or occupation force

    synonym:
  • underground
  • ,
  • resistance

7. Μια μυστική ομάδα που οργανώθηκε για να ανατρέψει μια κυβέρνηση ή μια κατοχική δύναμη

συνώνυμο:
  • υπόγειος,
  • αντίσταση

8. The degree of unresponsiveness of a disease-causing microorganism to antibiotics or other drugs (as in penicillin-resistant bacteria)

    synonym:
  • resistance

8. Ο βαθμός μη ανταπόκρισης ενός μικροοργανισμού που προκαλεί ασθένεια σε αντιβιοτικά ή άλλα φάρμακα (α σε ανθεκτικά στην πενικιλίνη βακτήρια)

συνώνυμο:
  • αντίσταση

9. (psychiatry) an unwillingness to bring repressed feelings into conscious awareness

    synonym:
  • resistance

9. (ψυχιατρικό) μια απροθυμία να φέρει καταπιεσμένα συναισθήματα σε συνειδητή επίγνωση

συνώνυμο:
  • αντίσταση

10. An electrical device that resists the flow of electrical current

    synonym:
  • resistor
  • ,
  • resistance

10. Μια ηλεκτρική συσκευή που αντιστέκεται στη ροή του ηλεκτρικού ρεύματος

συνώνυμο:
  • αντίσταση,
  • αντίσταση

11. Group action in opposition to those in power

    synonym:
  • resistance

11. Ομαδική δράση σε αντίθεση με εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία

συνώνυμο:
  • αντίσταση

Examples of using

Did Tom offer any resistance?
Ο Τομ πρόσφερε αντίσταση?
Were you feeling resistance?
Νιώθεις αντίσταση?
Those who are terrorists for some, are resistance for others.
Αυτοί που είναι τρομοκράτες για μερικούς, είναι αντίσταση για άλλους.