Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Repossession

/ripəzɛʃən/

noun

1. The action of regaining possession (especially the seizure of collateral securing a loan that is in default)

    synonym:
  • repossession

1. Η δράση της ανάκτησης της κατοχής (ειδικά η κατάσχεση της εξασφάλισης ενός δανείου που είναι σε προεπιλογή)

συνώνυμο:
  • ανάκτηση