Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Replete

/riplit/

verb

1. Fill to satisfaction

  • "I am sated"
    synonym:
  • satiate
  • ,
  • sate
  • ,
  • replete
  • ,
  • fill

1. Συμπληρώστε την ικανοποίηση

  • "Είμαι εθισμένος"
συνώνυμο:
  • χορταίνω,
  • σατ,
  • γεμίζω,
  • γεμίζω

adjective

1. Filled to satisfaction with food or drink

  • "A full stomach"
    synonym:
  • full
  • ,
  • replete(p)

1. Γεμάτο για να ικανοποιήσει το φαγητό ή το ποτό

  • "Γεμάτο στομάχι"
συνώνυμο:
  • γεμάτος,
  • επαναπληρωτής()

2. (followed by `with')deeply filled or permeated

  • "Imbued with the spirit of the reformation"
  • "Words instinct with love"
  • "It is replete with misery"
    synonym:
  • instinct(p)
  • ,
  • replete(p)

2. (ακολουθείται από `με ')βαθιά γεμάτο ή διαπερασμένο

  • "Επιβραβεύεται με το πνεύμα της μεταρρύθμισης"
  • "Λέξεις ένστικτο με αγάπη"
  • "Είναι γεμάτη δυστυχία"
συνώνυμο:
  • Ενστικ()<TAG1>,
  • επαναπληρωτής()