Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Repetitive

/rɪpɛtɪtɪv/

adjective

1. Repetitive and persistent

  • "The bluejay's insistent cry"
    synonym:
  • insistent
  • ,
  • repetitive

1. Επαναλαμβανόμενη και επίμονη

  • "Η επίμονη κραυγή του μπλε-τζέι"
συνώνυμο:
  • επίμονος,
  • επαναλαμβανόμενη

2. Characterized by repetition

  • "Repetitive movement"
    synonym:
  • repetitive
  • ,
  • repetitious

2. Χαρακτηρίζεται από επανάληψη

  • "Επαναλαμβανόμενη κίνηση"
συνώνυμο:
  • επαναλαμβανόμενη,
  • επαναλαμβανόμενοσ