Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Renewable

/rinuəbəl/

adjective

1. That can be renewed or extended

  • "A renewable lease"
  • "Renewable subscriptions"
    synonym:
  • renewable

1. Αυτό μπορεί να ανανεωθεί ή να επεκταθεί

  • "Ανανεώσιμη μίσθωση"
  • "Ανανεώσιμες συνδρομές"
συνώνυμο:
  • ανανεώσιμοσ

2. Capable of being renewed

  • Replaceable
  • "Renewable energy such as solar energy is theoretically inexhaustible"
    synonym:
  • renewable

2. Ικανό να ανανεωθεί

  • Αντικαθιστώνται
  • "Η ανανεώσιμη ενέργεια όπως η ηλιακή ενέργεια είναι θεωρητικά ανεξάντλητη"
συνώνυμο:
  • ανανεώσιμοσ

Examples of using

We must develop renewable energy sources.
Πρέπει να αναπτύξουμε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
We must develop the renewable energy sources.
Πρέπει να αναπτύξουμε τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.