Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Renew

/rɪnu/

verb

1. Reestablish on a new, usually improved, basis or make new or like new

  • "We renewed our friendship after a hiatus of twenty years"
  • "They renewed their membership"
    synonym:
  • regenerate
  • ,
  • renew

1. Αποκατάσταση σε μια νέα, συνήθως βελτιωμένη, βάση ή να κάνει νέα ή σαν νέα

  • "Ανανεώσαμε τη φιλία μας μετά από είκοσι χρόνια"
  • "Ανανέωσαν τη συμμετοχή τους"
συνώνυμο:
  • αναγεννώ,
  • ανανεώνω

2. Cause to appear in a new form

  • "The old product was reincarnated to appeal to a younger market"
    synonym:
  • reincarnate
  • ,
  • renew

2. Αιτία εμφάνισης σε νέα μορφή

  • "Το παλιό προϊόν μετενσαρκώθηκε για να απευθυνθεί σε μια νεότερη αγορά"
συνώνυμο:
  • μετενσαρκώνω,
  • ανανεώνω

Examples of using

Are you going to renew your lease when it expires?
Θα ανανεώσετε τη μίσθωσή σας όταν λήξει?