Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Render

/rɛndər/

noun

1. A substance similar to stucco but exclusively applied to masonry walls

    synonym:
  • render

1. Μια ουσία παρόμοια με το στόκο αλλά εφαρμόζεται αποκλειστικά σε τοίχους τοιχοποιίας

συνώνυμο:
  • αποδίδω

verb

1. Cause to become

  • "The shot rendered her immobile"
    synonym:
  • render

1. Αιτία να γίνει

  • "Το πλάνο την έκανε ακίνητη"
συνώνυμο:
  • αποδίδω

2. Give something useful or necessary to

  • "We provided the room with an electrical heater"
    synonym:
  • supply
  • ,
  • provide
  • ,
  • render
  • ,
  • furnish

2. Δώστε κάτι χρήσιμο ή απαραίτητο για να

  • "Παρείχαμε στο δωμάτιο μια ηλεκτρική θερμάστρα"
συνώνυμο:
  • προμήθεια,
  • παρέχω,
  • αποδίδω,
  • παρέχω

3. Give an interpretation or rendition of

  • "The pianist rendered the beethoven sonata beautifully"
    synonym:
  • interpret
  • ,
  • render

3. Δώστε μια ερμηνεία ή απόδοση του

  • "Ο πιανίστας έκανε τα σονάτα του μπετόβεν όμορφα"
συνώνυμο:
  • ερμηνεύω,
  • αποδίδω

4. Give or supply

  • "The cow brings in 5 liters of milk"
  • "This year's crop yielded 1,000 bushels of corn"
  • "The estate renders some revenue for the family"
    synonym:
  • render
  • ,
  • yield
  • ,
  • return
  • ,
  • give
  • ,
  • generate

4. Δίνω ή παρέχω

  • "Η αγελάδα φέρνει 5 λίτρα γάλα"
  • "Η φετινή καλλιέργεια απέδωσε 1.000 καλαμπόκι"
  • "Το κτήμα καθιστά κάποια έσοδα για την οικογένεια"
συνώνυμο:
  • αποδίδω,
  • απόδοση,
  • επιστροφή,
  • δίνω,
  • παράγω

5. Pass down

  • "Render a verdict"
  • "Deliver a judgment"
    synonym:
  • render
  • ,
  • deliver
  • ,
  • return

5. Περνώ από κάτω

  • "Ανακαλέστε μια ετυμηγορία"
  • "Δώστε μια κρίση"
συνώνυμο:
  • αποδίδω,
  • παραδίδω,
  • επιστροφή

6. Make over as a return

  • "They had to render the estate"
    synonym:
  • render
  • ,
  • submit

6. Παραδώστε ως επιστροφή

  • "Έπρεπε να καταστήσουν το κτήμα"
συνώνυμο:
  • αποδίδω,
  • υποβάλλω

7. Give back

  • "Render money"
    synonym:
  • render
  • ,
  • return

7. Επιστρέφω

  • "Παραλαβή χρημάτων"
συνώνυμο:
  • αποδίδω,
  • επιστροφή

8. To surrender someone or something to another

  • "The guard delivered the criminal to the police"
  • "Render up the prisoners"
  • "Render the town to the enemy"
  • "Fork over the money"
    synonym:
  • hand over
  • ,
  • fork over
  • ,
  • fork out
  • ,
  • fork up
  • ,
  • turn in
  • ,
  • deliver
  • ,
  • render

8. Να παραδώσει κάποιον ή κάτι σε κάποιον άλλο

  • "Ο φύλακας παρέδωσε τον εγκληματία στην αστυνομία"
  • "Παραδώστε τους κρατούμενους"
  • "Παραδώστε την πόλη στον εχθρό"
  • "Πάνω από τα χρήματα"
συνώνυμο:
  • παραδίδω,
  • περπατώ,
  • περνώ,
  • περνώ,
  • επιστρέφω,
  • παραδίδω,
  • αποδίδω

9. Show in, or as in, a picture

  • "This scene depicts country life"
  • "The face of the child is rendered with much tenderness in this painting"
    synonym:
  • picture
  • ,
  • depict
  • ,
  • render
  • ,
  • show

9. Εμφάνιση ή όπως σε μια εικόνα

  • "Αυτή η σκηνή απεικονίζει τη ζωή της χώρας"
  • "Το πρόσωπο του παιδιού αποδίδεται με μεγάλη τρυφερότητα σε αυτόν τον πίνακα"
συνώνυμο:
  • εικόνα,
  • απεικονίζω,
  • αποδίδω,
  • εμφανίζω

10. Coat with plastic or cement

  • "Render the brick walls in the den"
    synonym:
  • render

10. Παλτό με πλαστικό ή τσιμέντο

  • "Παραδώστε τους τοίχους από τούβλα στο τζιν"
συνώνυμο:
  • αποδίδω

11. Bestow

  • "Give homage"
  • "Render thanks"
    synonym:
  • give
  • ,
  • render

11. Παραχωρώ

  • "Δώστε φόρο τιμής"
  • "Ευχαριστώ"
συνώνυμο:
  • δίνω,
  • αποδίδω

12. Restate (words) from one language into another language

  • "I have to translate when my in-laws from austria visit the u.s."
  • "Can you interpret the speech of the visiting dignitaries?"
  • "She rendered the french poem into english"
  • "He translates for the u.n."
    synonym:
  • translate
  • ,
  • interpret
  • ,
  • render

12. Επαναλάβετε (λέξεις) από μια γλώσσα σε μια άλλη γλώσσα

  • "Πρέπει να μεταφράσω όταν τα πεθερικά μου από την αυστρία επισκέπτονται τις ηπα."
  • "Μπορείτε να ερμηνεύσετε την ομιλία των επισκεπτών αξιωματούχων?"
  • "Απέδωσε το γαλλικό ποίημα στα αγγλικά"
  • "Μεταφράζει για τον οηε."
συνώνυμο:
  • μεταφράζω,
  • ερμηνεύω,
  • αποδίδω

13. Melt (fat or lard) in order to separate out impurities

  • "Try the yak butter"
  • "Render fat in a casserole"
    synonym:
  • try
  • ,
  • render

13. Λιώνουμε ( λίπος ή λαρδ) για να διαχωρίσουμε τις ακαθαρσίες

  • "Δοκιμάστε το βούτυρο του γιακ"
  • "Παραδώστε το λίπος σε μια κατσαρόλα"
συνώνυμο:
  • προσπαθήστε,
  • αποδίδω