Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Remorse

/rɪmɔrs/

noun

1. A feeling of deep regret (usually for some misdeed)

    synonym:
  • compunction
  • ,
  • remorse
  • ,
  • self-reproach

1. Ένα αίσθημα βαθιάς μετάνοιας (συνήθως για κάποιο εσφαλμένο )

συνώνυμο:
  • συλλογή,
  • μεταμέλεια,
  • αυτο-αναφορά

Examples of using

Tom was full of remorse after stealing Mary's car and writing it off.
Ο Τομ ήταν γεμάτος τύψεις αφού έκλεψε το αυτοκίνητο της Μαίρης και το έγραψε.