Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "remarkable" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "παρατηρήσιμη" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Remarkable

[Αξιοσημείωτοσ]
/rɪmɑrkəbəl/

adjective

1. Unusual or striking

  • "A remarkable sight"
  • "Such poise is singular in one so young"
    synonym:
  • remarkable
  • ,
  • singular

1. Ασυνήθιστο ή εντυπωσιακό

  • "Ένα αξιοσημείωτο θέαμα"
  • "Αυτή η ισορροπία είναι μοναδική σε έναν τόσο νέο"
συνώνυμο:
  • αξιοσημείωτος,
  • μοναδικός

2. Worthy of notice

  • "A noteworthy fact is that her students rarely complain"
  • "A remarkable achievement"
    synonym:
  • noteworthy
  • ,
  • remarkable

2. Αξίζει προειδοποίησης

  • "Αξιοσημείωτο είναι ότι οι μαθητές της σπάνια παραπονιούνται"
  • "Αξιοσημείωτο επίτευγμα"
συνώνυμο:
  • αξιοσημείωτοσ,
  • αξιοσημείωτος

Examples of using

This is remarkable.
Αυτό είναι αξιοσημείωτο.
She achieved remarkable results.
Πέτυχε αξιοσημείωτα αποτελέσματα.
He was able to put up remarkable performances at the sports competition.
Ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει αξιόλογες εμφανίσεις στον αθλητικό διαγωνισμό.