Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Relish

/rɛlɪʃ/

noun

1. Vigorous and enthusiastic enjoyment

    synonym:
  • gusto
  • ,
  • relish
  • ,
  • zest
  • ,
  • zestfulness

1. Έντονη και ενθουσιώδης απόλαυση

συνώνυμο:
  • γκούστο,
  • απολαμβάνω,
  • ξύσμα,
  • ευφροσύνη

2. Spicy or savory condiment

    synonym:
  • relish

2. Πικάντικο ή αλμυρό καρύκευμα

συνώνυμο:
  • απολαμβάνω

3. The taste experience when a savoury condiment is taken into the mouth

    synonym:
  • relish
  • ,
  • flavor
  • ,
  • flavour
  • ,
  • sapidity
  • ,
  • savor
  • ,
  • savour
  • ,
  • smack
  • ,
  • nip
  • ,
  • tang

3. Η γευστική εμπειρία όταν ένα αλμυρό καρύκευμα λαμβάνεται στο στόμα

συνώνυμο:
  • απολαμβάνω,
  • γεύση,
  • γεύση,
  • χυμώδεσ,
  • γεύση,
  • απολαμβάνω,
  • αποστραγγίζω,
  • νιπ,
  • τανγκ

verb

1. Derive or receive pleasure from

  • Get enjoyment from
  • Take pleasure in
  • "She relished her fame and basked in her glory"
    synonym:
  • enjoy
  • ,
  • bask
  • ,
  • relish
  • ,
  • savor
  • ,
  • savour

1. Αντλήστε ή λάβετε ευχαρίστηση από

  • Πάρτε την απόλαυση από
  • Ευχαριστώ
  • "Απολάμβανε τη φήμη της και βασίστηκε στη δόξα της"
συνώνυμο:
  • απολαμβάνω,
  • μπασκ,
  • απολαμβάνω,
  • γεύση,
  • απολαμβάνω