Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Relaxed

/rɪlækst/

adjective

1. Without strain or anxiety

  • "Gave the impression of being quite relaxed"
  • "A relaxed and informal discussion"
    synonym:
  • relaxed

1. Χωρίς στέλεχος ή άγχος

  • "Έδωσε την εντύπωση ότι είναι αρκετά χαλαρή"
  • "Μια χαλαρή και ανεπίσημη συζήτηση"
συνώνυμο:
  • χαλαρός

Examples of using

I already feel relaxed.
Νιώθω ήδη χαλαρή.
Don't you feel happy and relaxed?
Δεν αισθάνεστε χαρούμενοι και χαλαροί?
I was relaxed.
Ήμουν χαλαρή.