Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Relatively

/rɛlətɪvli/

adverb

1. In a relative manner

  • By comparison to something else
  • "The situation is relatively calm now"
    synonym:
  • relatively
  • ,
  • comparatively

1. Με σχετικό τρόπο

  • Σε σύγκριση με κάτι άλλο
  • "Η κατάσταση είναι σχετικά ήρεμη τώρα"
συνώνυμο:
  • σχετικά,
  • συγκριτικά

Examples of using

Milk has to be kept at a relatively low temperature.
Το γάλα πρέπει να διατηρείται σε σχετικά χαμηλή θερμοκρασία.