Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "relative" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "σχετική" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Relative

[Σχετικόσ]
/rɛlətɪv/

noun

1. A person related by blood or marriage

  • "Police are searching for relatives of the deceased"
  • "He has distant relations back in new jersey"
    synonym:
  • relative
  • ,
  • relation

1. Ένα άτομο που σχετίζεται με αίμα ή γάμο

  • "Η αστυνομία αναζητά συγγενείς του νεκρού"
  • "Έχει μακρινές σχέσεις πίσω στο νιου τζέρσεϊ"
συνώνυμο:
  • σχετικός,
  • σχέση

2. An animal or plant that bears a relationship to another (as related by common descent or by membership in the same genus)

    synonym:
  • relative
  • ,
  • congener
  • ,
  • congenator
  • ,
  • congeneric

2. Ένα ζώο ή φυτό που έχει σχέση με άλλα (α που σχετίζονται με κοινή καταγωγή ή με την ιδιότητα μέλους στο ίδιο γονυ)

συνώνυμο:
  • σχετικός,
  • συναθροίζων,
  • συγγενήσ,
  • συναφήσ

adjective

1. Estimated by comparison

  • Not absolute or complete
  • "A relative stranger"
    synonym:
  • relative
  • ,
  • comparative

1. Εκτιμάται σε σύγκριση

  • Όχι απόλυτο ή πλήρες
  • "Ένας σχετικά ξένος"
συνώνυμο:
  • σχετικός,
  • συγκριτικόσ

2. Properly related in size or degree or other measurable characteristics

  • Usually followed by `to'
  • "The punishment ought to be proportional to the crime"
  • "Earnings relative to production"
    synonym:
  • proportional
  • ,
  • relative

2. Κατάλληλα σχετιζόμενα σε μέγεθος ή βαθμό ή άλλα μετρήσιμα χαρακτηριστικά

  • Συνήθως ακολουθείται από `να'
  • "Η τιμωρία πρέπει να είναι ανάλογη με το έγκλημα"
  • "Αποτελέσματα σε σχέση με την παραγωγή"
συνώνυμο:
  • αναλογική,
  • σχετικός

Examples of using

Everything in life is relative.
Όλα στη ζωή είναι σχετικά.
Tom is a distant relative of mine.
Ο Τομ είναι ένας μακρινός συγγενής μου.
Tom is a close relative of mine.
Ο Τομ είναι στενός μου συγγενής.