Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Reinstall

/riɪnstɑl/

verb

1. Install again

  • "She reinstalled the washer after it had been repaired"
    synonym:
  • reinstall

1. Εγκαταστήστε ξανά

  • "Επανεγκατέστησε το πλυντήριο αφού είχε επισκευαστεί"
συνώνυμο:
  • επανεγκαταστήστε

Examples of using

The time has come to reinstall Windows!
Ήρθε η ώρα να εγκαταστήσετε ξανά τα παράθυρα!