Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "rein" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "είσοδος" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Rein

[Ξαναβάφω]
/ren/

noun

1. One of a pair of long straps (usually connected to the bit or the headpiece) used to control a horse

    synonym:
  • rein

1. Ένα από ένα ζευγάρι μακριών ιμάντων (συνήθως συνδέεται με το κομμάτι ή το τεμάχιο κεφαλής) που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο ενός αλόγου

συνώνυμο:
  • επαναφέρω

2. Any means of control

  • "He took up the reins of government"
    synonym:
  • rein

2. Οποιοδήποτε μέσο ελέγχου

  • "Ανέλαβε τα ηνία της κυβέρνησης"
συνώνυμο:
  • επαναφέρω

verb

1. Control and direct with or as if by reins

  • "Rein a horse"
    synonym:
  • harness
  • ,
  • rein in
  • ,
  • draw rein
  • ,
  • rein

1. Έλεγχος και άμεση με ή σαν με τα ηνία

  • "Βγαίνω άλογο"
συνώνυμο:
  • λουρί,
  • επαναφέρω,
  • παίρνω τον εαυτό μου,
  • επαναφέρω

2. Stop or slow up one's horse or oneself by or as if by pulling the reins

  • "They reined in in front of the post office"
    synonym:
  • rein
  • ,
  • rein in

2. Σταματήστε ή επιβραδύνετε το άλογο ή τον εαυτό σας από ή σαν να τραβάτε τα ηνία

  • "Βρίσκονταν μπροστά από το ταχυδρομείο"
συνώνυμο:
  • επαναφέρω,
  • επαναφέρω

3. Stop or check by or as if by a pull at the reins

  • "He reined in his horses in front of the post office"
    synonym:
  • rein
  • ,
  • rein in

3. Σταματήστε ή ελέγξτε από ή σαν από ένα τράβηγμα στα ηνία

  • "Κατευθύνθηκε στα άλογά του μπροστά από το ταχυδρομείο"
συνώνυμο:
  • επαναφέρω,
  • επαναφέρω

4. Keep in check

  • "Rule one's temper"
    synonym:
  • rule
  • ,
  • harness
  • ,
  • rein

4. Ελέγχω

  • "Κανόνας της ψυχραιμίας"
συνώνυμο:
  • κανόνας,
  • λουρί,
  • επαναφέρω