Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "regulate" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "ρυθμίστε" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Regulate

[Ρυθμίζω]
/rɛgjəlet/

verb

1. Fix or adjust the time, amount, degree, or rate of

  • "Regulate the temperature"
  • "Modulate the pitch"
    synonym:
  • regulate
  • ,
  • modulate

1. Διορθώστε ή ρυθμίστε το χρόνο, το ποσό, το βαθμό ή το ποσοστό

  • "Ρυθμίστε τη θερμοκρασία"
  • "Διαμορφώστε το γήπεδο"
συνώνυμο:
  • ρυθμίζω,
  • διαμορφώνω

2. Bring into conformity with rules or principles or usage

  • Impose regulations
  • "We cannot regulate the way people dress"
  • "This town likes to regulate"
    synonym:
  • regulate
  • ,
  • regularize
  • ,
  • regularise
  • ,
  • order
  • ,
  • govern

2. Να συμμορφώνονται με τους κανόνες ή τις αρχές ή τη χρήση

  • Επιβάλλει κανονισμούς
  • "Δεν μπορούμε να ρυθμίσουμε τον τρόπο που ντύνονται οι άνθρωποι"
  • "Αυτή η πόλη αρέσει να ρυθμίζει"
συνώνυμο:
  • ρυθμίζω,
  • τακτοποιώ,
  • τακτοποιώ,
  • παραγγελία,
  • κυβερνώ

3. Shape or influence

  • Give direction to
  • "Experience often determines ability"
  • "Mold public opinion"
    synonym:
  • determine
  • ,
  • shape
  • ,
  • mold
  • ,
  • influence
  • ,
  • regulate

3. Σχήμα ή επιρροή

  • Δίνω κατεύθυνση σε
  • "Η εμπειρία συχνά καθορίζει την ικανότητα"
  • "Ταχεία κοινή γνώμη"
συνώνυμο:
  • καθορίζω,
  • σχήμα,
  • καλούπι,
  • επιρροή,
  • ρυθμίζω

4. Check the emission of (sound)

    synonym:
  • baffle
  • ,
  • regulate

4. Check the emission of (sound)

συνώνυμο:
  • παλλόμενοσ,
  • ρυθμίζω

Examples of using

During warm weather, sweating helps man regulate his body temperature.
Κατά τη διάρκεια του ζεστού καιρού, η εφίδρωση βοηθά τον άνθρωπο να ρυθμίσει τη θερμοκρασία του σώματός του.