Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Regimental

/rɛʤəmɛntəl/

adjective

1. Belonging to or concerning a regiment

  • "Regimental units"
    synonym:
  • regimental

1. Ανήκει σε ή σχετικά με ένα σύνταγμα

  • "Περιφερειακές μονάδες"
συνώνυμο:
  • συνταγματικόσ