Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Regatta

/rɪgɑtə/

noun

1. A meeting for boat races

    synonym:
  • regatta

1. Μια συνάντηση για αγώνες βάρκας

συνώνυμο:
  • ρεγκάτα

Examples of using

The coxswain egged his crewmen on, and made a winning spurt at the last lap of the regatta.
Ο κοξουάν επέβαλε τους συνανθρώπους του και έκανε μια νίκη στον τελευταίο γύρο της ρεγκάτα.