Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "recur" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "επαναλαμβάνουν" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Recur

[Επαναλαμβάνω]
/rɪkər/

verb

1. Happen or occur again

  • "This is a recurring story"
    synonym:
  • recur
  • ,
  • repeat

1. Συμβεί ή συμβεί ξανά

  • "Αυτή είναι μια επαναλαμβανόμενη ιστορία"
    συνώνυμο:
  • επαναλαμβάνω
  • ,
  • επαναλάβετε

2. Return in thought or speech to something

    synonym:
  • recur
  • ,
  • go back

2. Επιστροφή στη σκέψη ή την ομιλία σε κάτι

    συνώνυμο:
  • επαναλαμβάνω
  • ,
  • επιστρέφω

3. Have recourse to

  • "The government resorted to rationing meat"
    synonym:
  • fall back
  • ,
  • resort
  • ,
  • recur

3. Προσφεύγω

  • "Η κυβέρνηση κατέφυγε στο σιτηρέσιο κρέας"
    συνώνυμο:
  • πέφτω πίσω
  • ,
  • θέρετρο
  • ,
  • επαναλαμβάνω

Examples of using

Next year we'll recur to this issue.
Την επόμενη χρονιά θα επανέλθουμε σε αυτό το ζήτημα.