Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Recovery

/rɪkəvri/

noun

1. Return to an original state

  • "The recovery of the forest after the fire was surprisingly rapid"
    synonym:
  • recovery

1. Επιστροφή στην αρχική κατάσταση

  • "Η ανάκαμψη του δάσους μετά την πυρκαγιά ήταν εκπληκτικά γρήγορη"
συνώνυμο:
  • ανάκτηση

2. Gradual healing (through rest) after sickness or injury

    synonym:
  • convalescence
  • ,
  • recuperation
  • ,
  • recovery

2. Σταδιακή επούλωση (μέσω υπόλοιπο ) μετά από ασθένεια ή τραυματισμό

συνώνυμο:
  • ανάρρωση,
  • ανάκτηση,
  • ανάκτηση

3. The act of regaining or saving something lost (or in danger of becoming lost)

    synonym:
  • recovery
  • ,
  • retrieval

3. Η πράξη της ανάκτησης ή της διάσωσης κάτι έχασε ( σε κίνδυνο να χαθεί )

συνώνυμο:
  • ανάκτηση,
  • ανάκτηση

Examples of using

The patient made a full recovery.
Ο ασθενής πραγματοποίησε πλήρη ανάρρωση.
I wish you a speedy recovery!
Σας εύχομαι ταχεία ανάρρωση!
You have to concentrate on your recovery.
Πρέπει να επικεντρωθείτε στην ανάκαμψη σας.