Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Reconciliation

/rɛkənsɪlieʃən/

noun

1. The reestablishing of cordial relations

    synonym:
  • reconciliation
  • ,
  • rapprochement

1. Η αποκατάσταση των εγκάρδιων σχέσεων

συνώνυμο:
  • συμφιλίωση,
  • προσέγγιση

2. Getting two things to correspond

  • "The reconciliation of his checkbook and the bank statement"
    synonym:
  • reconciliation
  • ,
  • balancing

2. Να κάνεις δύο πράγματα να αντιστοιχούν

  • "Η συμφιλίωση του βιβλίου ελέγχου του και η τραπεζική δήλωση"
συνώνυμο:
  • συμφιλίωση,
  • εξισορρόπηση

Examples of using

The reconciliation report was issued in violation of the legislative requirements.
Η έκθεση συμφιλίωσης εκδόθηκε κατά παράβαση των νομοθετικών απαιτήσεων.