Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Recognize

/rɛkəgnaɪz/

verb

1. Accept (someone) to be what is claimed or accept his power and authority

  • "The crown prince was acknowledged as the true heir to the throne"
  • "We do not recognize your gods"
    synonym:
  • acknowledge
  • ,
  • recognize
  • ,
  • recognise
  • ,
  • know

1. Αποδεχτείτε το (-κάποιος) να είναι αυτό που ισχυρίζεται ή να αποδεχθεί τη δύναμη και την εξουσία του

  • "Ο πρίγκιπας του στέμματος αναγνωρίστηκε ως ο αληθινός κληρονόμος του θρόνου"
  • "Δεν αναγνωρίζουμε τους θεούς σας"
συνώνυμο:
  • αναγνωρίζω,
  • αναγνωρίζω,
  • αναγνωρίζω,
  • ξέρω

2. Be fully aware or cognizant of

    synonym:
  • recognize
  • ,
  • recognise
  • ,
  • realize
  • ,
  • realise
  • ,
  • agnize
  • ,
  • agnise

2. Να είστε πλήρως ενήμεροι ή ενήμεροι για

συνώνυμο:
  • αναγνωρίζω,
  • αναγνωρίζω,
  • συνειδητοποιώ,
  • συνειδητοποιώ,
  • αγνοεί,
  • αγνοεί

3. Detect with the senses

  • "The fleeing convicts were picked out of the darkness by the watchful prison guards"
  • "I can't make out the faces in this photograph"
    synonym:
  • spot
  • ,
  • recognize
  • ,
  • recognise
  • ,
  • distinguish
  • ,
  • discern
  • ,
  • pick out
  • ,
  • make out
  • ,
  • tell apart

3. Ανιχνεύστε με τις αισθήσεις

  • "Οι κατάδικοι που φεύγουν είχαν εξαλειφθεί από το σκοτάδι από τους άγρυπνους φρουρούς των φυλακών"
  • "Δεν μπορώ να βγάλω τα πρόσωπα σε αυτή τη φωτογραφία"
συνώνυμο:
  • σημείο,
  • αναγνωρίζω,
  • αναγνωρίζω,
  • διακρίνω,
  • διακρίνω,
  • διαλέγω,
  • βγάζω βαθιά,
  • ξεχωρίζω

4. Perceive to be the same

    synonym:
  • recognize
  • ,
  • recognise

4. Αντιλαμβάνεστε να είστε ίδιοι

συνώνυμο:
  • αναγνωρίζω,
  • αναγνωρίζω

5. Grant credentials to

  • "The regents officially recognized the new educational institution"
  • "Recognize an academic degree"
    synonym:
  • accredit
  • ,
  • recognize
  • ,
  • recognise

5. Επιχορήγηση διαπιστευτηρίων

  • "Οι αντιβασιλείς αναγνώρισαν επίσημα το νέο εκπαιδευτικό ίδρυμα"
  • "Αναγνωρίστε ένα ακαδημαϊκό πτυχίο"
συνώνυμο:
  • διαπιστεύω,
  • αναγνωρίζω,
  • αναγνωρίζω

6. Express greetings upon meeting someone

    synonym:
  • greet
  • ,
  • recognize
  • ,
  • recognise

6. Εκφράστε χαιρετισμούς όταν συναντάτε κάποιον

συνώνυμο:
  • χαιρετώ,
  • αναγνωρίζω,
  • αναγνωρίζω

7. Express obligation, thanks, or gratitude for

  • "We must acknowledge the kindness she showed towards us"
    synonym:
  • acknowledge
  • ,
  • recognize
  • ,
  • recognise

7. Εκφράστε την υποχρέωση, τις ευχαριστίες ή την ευγνωμοσύνη για

  • "Πρέπει να αναγνωρίσουμε την καλοσύνη που μας έδειξε"
συνώνυμο:
  • αναγνωρίζω,
  • αναγνωρίζω,
  • αναγνωρίζω

8. Exhibit recognition for (an antigen or a substrate)

    synonym:
  • recognize

8. Αναγνώριση έκθεσης για (ανικό αντιγόνο ή υπόστρωμα)

συνώνυμο:
  • αναγνωρίζω

9. Show approval or appreciation of

  • "My work is not recognized by anybody!"
  • "The best student was recognized by the dean"
    synonym:
  • recognize
  • ,
  • recognise

9. Επιδείξτε έγκριση ή εκτίμηση

  • "Το έργο μου δεν αναγνωρίζεται από κανέναν!"
  • "Ο καλύτερος μαθητής αναγνωρίστηκε από τον ντιν"
συνώνυμο:
  • αναγνωρίζω,
  • αναγνωρίζω

Examples of using

I have to recognize the source of your quotations.
Πρέπει να αναγνωρίσω την πηγή των προσφορών σας.
I recognize Tom by voice.
Αναγνωρίζω τον Τομ με φωνή.
Tom was certain that he would recognize Mary when he saw her.
Ο Τομ ήταν σίγουρος ότι θα αναγνώριζε τη Μαίρη όταν την είδε.