Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Recklessly

/rɛkləsli/

adverb

1. In a reckless manner

    synonym:
  • recklessly

1. Με απερίσκεπτο τρόπο

συνώνυμο:
  • απερίσκεπτα