Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Rebound

/ribaʊnd/

noun

1. A movement back from an impact

    synonym:
  • recoil
  • ,
  • repercussion
  • ,
  • rebound
  • ,
  • backlash

1. Ένα κίνημα πίσω από έναν αντίκτυπο

συνώνυμο:
  • ανακτώ,
  • κρουστά,
  • αναπήδηση,
  • αντίδραση

2. A reaction to a crisis or setback or frustration

  • "He is still on the rebound from his wife's death"
    synonym:
  • rebound

2. Μια αντίδραση σε μια κρίση ή οπισθοδρόμηση ή απογοήτευση

  • "Είναι ακόμα σε ανάκαμψη από το θάνατο της συζύγου του"
συνώνυμο:
  • αναπήδηση

3. The act of securing possession of the rebounding basketball after a missed shot

    synonym:
  • rebound

3. Η πράξη της εξασφάλισης της κατοχής του μπάσκετ μετά από μια χαμένη βολή

συνώνυμο:
  • αναπήδηση

verb

1. Spring back

  • Spring away from an impact
  • "The rubber ball bounced"
  • "These particles do not resile but they unite after they collide"
    synonym:
  • bounce
  • ,
  • resile
  • ,
  • take a hop
  • ,
  • spring
  • ,
  • bound
  • ,
  • rebound
  • ,
  • recoil
  • ,
  • reverberate
  • ,
  • ricochet

1. Άνοιξη πίσω

  • Απομακρύνεται από έναν αντίκτυπο
  • "Η λαστιχένια μπάλα αναπήδησε"
  • "Αυτά τα σωματίδια δεν επαναστέλλονται, αλλά ενώνονται αφού συγκρούονται"
συνώνυμο:
  • αναπήδηση,
  • επαναλαμβάνω,
  • πάρε ένα λυκίσκο,
  • άνοιξη,
  • δεμένοσ,
  • αναπήδηση,
  • ανακτώ,
  • αντηχείο,
  • ανακλινόμενοσ

2. Return to a former condition

  • "The jilted lover soon rallied and found new friends"
  • "The stock market rallied"
    synonym:
  • rally
  • ,
  • rebound

2. Επιστροφή σε προηγούμενη κατάσταση

  • "Ο εραστής σύντομα συσπειρώθηκε και βρήκε νέους φίλους"
  • "Το χρηματιστήριο συγκεντρώθηκε"
συνώνυμο:
  • ράλι,
  • αναπήδηση