Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "rebellion" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "επαναστατικό" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Rebellion

[Εξέγερση]
/rɪbɛljən/

noun

1. Refusal to accept some authority or code or convention

  • "Each generation must have its own rebellion"
  • "His body was in rebellion against fatigue"
    synonym:
  • rebellion

1. Άρνηση αποδοχής κάποιας αρχής ή κώδικα ή σύμβασης

  • "Κάθε γενιά πρέπει να έχει τη δική της εξέγερση"
  • "Το σώμα του ήταν σε εξέγερση ενάντια στην κούραση"
    συνώνυμο:
  • εξέγερση

2. Organized opposition to authority

  • A conflict in which one faction tries to wrest control from another
    synonym:
  • rebellion
  • ,
  • insurrection
  • ,
  • revolt
  • ,
  • rising
  • ,
  • uprising

2. Οργανωμένη αντίθεση στην εξουσία

  • Μια σύγκρουση στην οποία μια φατρία προσπαθεί να παλέψει με τον έλεγχο από μια άλλη
    συνώνυμο:
  • εξέγερση
  • ,
  • αυξανόμενος

Examples of using

What caused such a great rebellion?
Τι προκάλεσε μια τόσο μεγάλη εξέγερση?
The army quelled the rebellion.
Ο στρατός κατέστειλε την εξέγερση.
The troops easily put down the rebellion.
Τα στρατεύματα εύκολα καταστέλλουν την εξέγερση.