Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "reasoned" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "συλλογιστεί" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Reasoned

[Αιτιολογημένη]
/rizənd/

adjective

1. Logically valid

  • "A sound argument"
    synonym:
  • reasoned
  • ,
  • sound
  • ,
  • well-grounded

1. Λογικά έγκυρη

  • "Ένα υγιές επιχείρημα"
συνώνυμο:
  • αιτιολογημένος,
  • ήχος,
  • καλά γειωμένο

Examples of using

We reasoned with Tom until he changed his mind.
Συζητήσαμε με τον Τομ μέχρι που άλλαξε γνώμη.