Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Readability

/ridəbɪlɪti/

noun

1. The quality of written language that makes it easy to read and understand

    synonym:
  • readability

1. Η ποιότητα της γραπτής γλώσσας που διευκολύνει την ανάγνωση και την κατανόηση

συνώνυμο:
  • αναγνωσιμότητα

2. A quality of writing (print or handwriting) that can be easily read

    synonym:
  • legibility
  • ,
  • readability

2. Μια ποιότητα γραφής ( αποτύπωμα ή γραφή) που μπορεί εύκολα να διαβαστεί

συνώνυμο:
  • ευανάγνωστο,
  • αναγνωσιμότητα

Examples of using

His code's readability drowned in a riptide of nested parentheses.
Η αναγνωσιμότητα του κώδικα του πνίγηκε σε μια πλευρά των ένθετων παρενθέσεων.