Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Rant

/rænt/

noun

1. A loud bombastic declamation expressed with strong emotion

    synonym:
  • harangue
  • ,
  • rant
  • ,
  • ranting

1. Ένας δυνατός βομβαρδισμός που εκφράζεται με ισχυρό συναίσθημα

συνώνυμο:
  • χαρανγκέου,
  • παλιά,
  • παραποίηση

2. Pompous or pretentious talk or writing

    synonym:
  • bombast
  • ,
  • fustian
  • ,
  • rant
  • ,
  • claptrap
  • ,
  • blah

2. Πομπώδης ή επιτηδευμένη ομιλία ή γραφή

συνώνυμο:
  • βομβαρδιστικό,
  • φούστιαν,
  • παλιά,
  • παλιοσίδερο,
  • μπλα

verb

1. Talk in a noisy, excited, or declamatory manner

    synonym:
  • rant
  • ,
  • mouth off
  • ,
  • jabber
  • ,
  • spout
  • ,
  • rabbit on
  • ,
  • rave

1. Μιλήστε με θορυβώδη, ενθουσιασμένο ή δηλωτικό τρόπο

συνώνυμο:
  • παλιά,
  • στόμα,
  • τζαμπέρ,
  • παπουτσοθήκαμε,
  • κουνέλι,
  • ραβέν