Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Rankle

/ræŋkəl/

verb

1. Gnaw into

  • Make resentful or angry
  • "The injustice rankled her"
  • "His resentment festered"
    synonym:
  • eat into
  • ,
  • fret
  • ,
  • rankle
  • ,
  • grate

1. Παίζω

  • Κάντε δυσαρέσκεια ή θυμό
  • "Η αδικία την κατάταξε"
  • "Η δυσαρέσκειά του εορτάζεται"
συνώνυμο:
  • τρώω,
  • τρέλα,
  • βασιλεύω,
  • τρίβω