Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ragged

/rægəd/

adjective

1. Being or dressed in clothes that are worn or torn

  • "Clothes as ragged as a scarecrow's"
  • "A ragged tramp"
    synonym:
  • ragged

1. Ντυμένος ή ντυμένος με ρούχα που φοριούνται ή σκίζονται

  • "Ρούχα τόσο κουρελιασμένα όσο ένα σκιάχτρο"
  • "Ένας κουρελιασμένος τραμπ"
συνώνυμο:
  • τραβήχτηκε

2. Worn out from stress or strain

  • "Run ragged"
    synonym:
  • ragged

2. Φθαρμένος από το άγχος ή το στέλεχος

  • "Τρέχω τραβηγμένος"
συνώνυμο:
  • τραβήχτηκε

3. Having an irregular outline

  • "Text set with ragged right margins"
  • "Herded the class into a ragged line"
    synonym:
  • ragged

3. Έχοντας ένα ακανόνιστο περίγραμμα

  • "Σετ κειμένου με τραχιά δεξιά περιθώρια"
  • "Βοήθησε την τάξη σε μια κουρελιασμένη γραμμή"
συνώνυμο:
  • τραβήχτηκε