Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Quarterly

/kwɔrtərli/

noun

1. A periodical that is published every quarter (or four issues per year)

    synonym:
  • quarterly

1. Ένα περιοδικό που δημοσιεύεται κάθε τρίμηνο (ή τέσσερα τεύχη ανά έτος

συνώνυμο:
  • τριμηνιαίος

adjective

1. Of or relating to or consisting of a quarter

  • "Quarterly report"
    synonym:
  • quarterly

1. Από ή σχετίζονται ή αποτελούνται από ένα τέταρτο

  • "Τριμηνιαία έκθεση"
συνώνυμο:
  • τριμηνιαίος

adverb

1. In diagonally opposed quarters of an escutcheon

  • "Two coats of arms borne quarterly"
    synonym:
  • quarterly

1. Σε διαγώνια αντίθετα τέταρτα ενός εσκουτσείου

  • "Δύο οικόσημα βαρύνουν τριμηνιαία"
συνώνυμο:
  • τριμηνιαίος

2. In three month intervals

  • "Interest is compounded quarterly"
    synonym:
  • quarterly
  • ,
  • every quarter

2. Σε διαστήματα τριών μηνών

  • "Το ενδιαφέρον επιτυγχάνεται τριμηνιαία"
συνώνυμο:
  • τριμηνιαίος,
  • κάθε τρίμηνο