Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Qualification

/kwɑləfəkeʃən/

noun

1. An attribute that must be met or complied with and that fits a person for something

  • "Her qualifications for the job are excellent"
  • "One of the qualifications for admission is an academic degree"
  • "She has the makings of fine musician"
    synonym:
  • qualification
  • ,
  • making

1. Ένα χαρακτηριστικό που πρέπει να ικανοποιηθεί ή να συμμορφωθεί και που ταιριάζει σε ένα άτομο για κάτι

  • "Τα προσόντα της για τη δουλειά είναι εξαιρετικά"
  • "Ένα από τα προσόντα για την εισαγωγή είναι ένα ακαδημαϊκό πτυχίο"
  • "Έχει τα πράγματα του καλού μουσικού"
συνώνυμο:
  • προσόν,
  • κατασκευή

2. The act of modifying or changing the strength of some idea

  • "His new position involves a qualification of his party's platform"
    synonym:
  • qualification

2. Η πράξη της τροποποίησης ή αλλαγής της δύναμης κάποιας ιδέας

  • "Η νέα του θέση περιλαμβάνει ένα προσόν της πλατφόρμας του κόμματός του"
συνώνυμο:
  • προσόν

3. A statement that limits or restricts some claim

  • "He recommended her without any reservations"
    synonym:
  • reservation
  • ,
  • qualification

3. Μια δήλωση που περιορίζει ή περιορίζει κάποιον ισχυρισμό

  • "Την συνέστησε χωρίς καμία επιφύλαξη"
συνώνυμο:
  • κράτηση,
  • προσόν