Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pus

/pəs/

noun

1. The tenth month of the hindu calendar

    synonym:
  • Pus
  • ,
  • Pansa

1. Ο δέκατος μήνας του ινδουιστικού ημερολογίου

συνώνυμο:
  • Πεπ,
  • Πάνσα

2. A fluid product of inflammation

    synonym:
  • pus
  • ,
  • purulence
  • ,
  • suppuration
  • ,
  • ichor
  • ,
  • sanies
  • ,
  • festering

2. Ένα ρευστό προϊόν φλεγμονής

συνώνυμο:
  • πύον,
  • καθαρότητα,
  • εξαναγκασμός,
  • ιχθόρ,
  • λάνια,
  • εξασθενίζω

Examples of using

A wise man can derive gold even from pus.
Ένας σοφός άνθρωπος μπορεί να πάρει χρυσό ακόμη και από πύον.