Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pupa

/pjupə/

noun

1. An insect in the inactive stage of development (when it is not feeding) intermediate between larva and adult

    synonym:
  • pupa

1. Ένα έντομο στο ανενεργό στάδιο της ανάπτυξης (όταν δεν τροφοδοτείται) ενδιάμεσο μεταξύ προνύμφης και ενήλικα

συνώνυμο:
  • νταμπά