Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pungent

/pənʤənt/

adjective

1. Strong and sharp

  • "The pungent taste of radishes"
  • "The acrid smell of burning rubber"
    synonym:
  • pungent
  • ,
  • acrid

1. Ισχυρός και αιχμηρός

  • "Η πικάντικη γεύση των ραπανιών"
  • "Η απότομη μυρωδιά του καψίματος του καουτσούκ"
συνώνυμο:
  • πικάντικη,
  • άκτη

2. Capable of wounding

  • "A barbed compliment"
  • "A biting aphorism"
  • "Pungent satire"
    synonym:
  • barbed
  • ,
  • biting
  • ,
  • nipping
  • ,
  • pungent
  • ,
  • mordacious

2. Ικανό να τραυματίσει

  • "Ένα κομπλιμέντο"
  • "Ένας δαγκωμένος αφορισμός"
  • "Πικρή σάτιρα"
συνώνυμο:
  • αγκαθωτό,
  • δάγκωμα,
  • αποφλοίωση,
  • πικάντικη,
  • ευλογημένοσ